Από τις φλόγες του πολέμου στην Ευρώπη

refugees-sea

 

Της Λίας Παπαδράγκα

Τρεις νεαροί Σύροι διηγούνται τις περιπέτειές τους στο δρόμο για το όνειρο της ειρήνης.

Την ώρα που γράφονται αυτές οι γραμμές, ο Ρασίντ, ο Ίσα και ο Καλίντ, φίλοι και οι τρεις από το πανεπιστήμιο, πραγματοποιούν την πέμπτη προσπάθειά τους να περάσουν παράτυπα τα ελληνικά σύνορα και στη συνέχεια μέσω της π.Γ.Δ.Μ. να φτάσουν στην Ευρώπη. Πρόκειται για τρεις από τους χιλιάδες πρόσφυγες που καταφτάνουν αυτό το διάστημα στη χώρα μας, κατά κύματα, διωγμένοι από τον πόλεμο που μαίνεται με όλο και μεγαλύτερη αγριότητα στη Συρία και ο οποίος ήδη συμπληρώνει τα τέσσερα χρόνια.

Είναι Μεγάλο Σάββατο και υπολογίζουν στη ραστώνη των γιορτινών ημερών, τόσο στη χώρα μας, αλλά κυρίως στη γειτονική π.Γ.Δ.Μ. για να περάσουν από τους ελέγχους των αστυνομικών. Με τρένο ως τους Ευζώνους, από εκεί με τα πόδια Γευγελή, μετά Στρούμιτσα και Λογιάν, το τελευταίο χωριό πριν τη Σερβία.

Οι αστυνομικοί της π.Γ.Δ.Μ. αποτελούν τη μεγαλύτερη δοκιμασία: τις περισσότερες φορές εντοπίζουν τους πρόσφυγες και τους στέλνουν πίσω στην Ελλάδα, ενώ δε λείπουν καταγγελίες για ξυλοδαρμούς, ακόμη και για κλοπές εναντίον των προσφύγων από τους αστυνομικούς. Στη Σερβία, τα πράγματα είναι καλύτερα, μπορεί κανείς πιο εύκολα να διασχίσει τη χώρα. Δυσκολεύουν ξανά στην Ουγγαρία, όπου, σύμφωνα με τα λεγόμενα των ίδιων των προσφύγων, υπάρχει στρατιωτική δύναμη από τη Γερμανία για να εμποδίσει την περαιτέρω «προέλαση» των μεταναστών.

Εξάλλου, η Γερμανία είναι ο τελικός προορισμός για τους περισσοτέρους μετανάστες από τη Συρία, αλλά και από τις άλλες χώρες που παραδοσιακά «στέλνουν» πρόσφυγες ή οικονομικούς μετανάστες προς την Ευρώπη, όπως το Πακιστάν και το Αφγανιστάν. Γιατί στη Γερμανία; “Good government, jobs, study”, καλό κράτος, δυνατότητες για εργασία και σπουδές, λέει ο Ρασίντ, με τα βασικά αγγλικά που γνωρίζει, που είναι, ωστόσο, πολύ καλύτερα από των δύο φίλων του, για λογαριασμό των οποίων προσπαθεί να μεταφράσει.

Είναι τρία όμορφα παιδιά, με χαμόγελο, κέφι και μάτια που λάμπουν όλο ελπίδα, ίσως χάρη στο γεγονός ότι είναι μόνο 21 ετών. «Εμείς είμαστε νέοι, έχουμε δύναμη, μπορούμε να κοιμηθούμε έξω και να ζήσουμε μέρες χωρίς φαγητό. Αν μας στείλουν πίσω, θα δοκιμάσουμε ξανά και ξανά να φύγουμε, μέχρι να τα καταφέρουμε. Αλλά τι γίνεται με τους μεγαλύτερους και τις οικογένειες; Χθες, ήταν εδώ μία γυναίκα με δύο παιδιά. Αυτοί οι άνθρωποι είναι σε πολύ χειρότερη κατάσταση από εμάς». Οι τρεις τους βρίσκονται στην Ελλάδα εδώ και έναν μήνα και ήδη έχουν κάνει έξι προσπάθειες να φύγουν.

Στα πλοκάμια της… μαφίας

Τη στιγμή που μιλάμε, στις εγκαταστάσεις του Κέντρου Ημερήσιας Υποδοχής Αστέγων του Δήμου Θεσσαλονίκης, όπως μου λένε, δεν έχουν στην τσέπη τους παραπάνω από δύο ευρώ. Οι οικογένειές τους τούς έστειλαν χρήματα τις προηγούμενες μέρες, αλλά προτίμησαν να τα δώσουν σε οικογένειες Σύρων που θεώρησαν ότι τα έχουν μεγαλύτερη ανάγκη. Με 1.200 ευρώ ο καθένας θα μπορούσαν να πληρώσουν έναν διακινητή για να τους πάει με μεγαλύτερη σιγουριά στον προορισμό τους. Το αποτέλεσμα, ωστόσο, και πάλι δε θα είναι εξασφαλισμένο, ειδικά καθώς το τελευταίο διάστημα έχουν ισχυροποιηθεί οι έλεγχοι στη γειτονική χώρα. Οι πρόσφυγες, ανυπεράσπιστοι, μπορεί να πληρώσουν το αντίτιμο αλλά τελικά να εξαπατηθούν από τους διακινητές, Αφγανούς, Ιρακινούς, Μαροκινούς, ακόμη και Σύρους. «Μάφια» είναι το όνομα που χρησιμοποιούν για τους διακινητές.

Ήδη, οι τρεις νεαροί Σύριοι πλήρωσαν από 1.000 ευρώ για να περάσουν από την Τουρκία στην Ελλάδα. «Σε βάζουν σε μία φουσκωτή βάρκα και σε ρίχνουν στη θάλασσα. Αν είσαι τυχερός, θα φτάσεις στον προορισμό σου. Στη θάλασσα κινδυνεύσαμε, αλλά μας βοήθησαν οι αστυνομικοί να φτάσουμε στην ακτή». Από τη Σμύρνη έφτασαν στο λιμάνι της Χίου.

Οι περιπέτειες που έχουν ζήσει φτάνουν για να… γεμίσουν βιβλίο. Στη βάρκα από τη Σμύρνη γλίτωσαν από τη θάλασσα συμπατριώτες τους, οι οποίοι έπεσαν από τη βάρκα. Στην Eιδομένη κοιμήθηκαν στα χωράφια σε μία από τις προσπάθειες να περάσουν στην π.Γ.Δ.Μ. Στη Γεύγελη αναγκάστηκαν να πετάξουν τις τσάντες με όλα τους τα υπάρχοντά τους για να μην κινήσουν υποψίες, στο Βέλες τους κλέψανε όλα τους τα χρήματα Αφγανοί. «Κάθε μέρα και κάτι καινούργιο, σίγουρα θα ‘χω πολλά να διηγηθώ στα παιδιά μου κάποια μέρα» λέει ο Ρασίντ. Ζουν με μόνιμη σκέψη πώς θα βρεθεί ένας τρόπος να φτάσουν στον προορισμό τους.

Γιατί φύγαμε από τη Συρία

«Δεν αφήσαμε τη Συρία επειδή αγαπάμε την Ευρώπη, αλλά επειδή δε θέλαμε να πάρουμε μέρος σε αυτόν τον πόλεμο και να σκοτώσουμε κάποιον. Είμαστε σε ηλικία που θα έπρεπε να πάμε στον πόλεμο. Θέλουμε να ολοκληρώσουμε τις σπουδές μας, να ζήσουμε με ειρήνη, χωρίς προβλήματα, χωρίς ISIS, χωρίς Μπασάρ Αλ Άσαντ» λέει ο Ρασίντ, ο οποίος σπούδαζε πολιτικός μηχανικός στην πόλη Χομς.

Ο Ρασίντ είναι πολύ θυμωμένος με τον πρόεδρο της Συρίας Μπασάρ Αλ Άσαντ και ένας λόγος, όπως λέει, είναι επειδή προσπαθούσε να περιορίσει το δικαίωμα των ανθρώπων στη μόρφωση. «Θα έπρεπε να γνωρίζω καλά Αγγλικά τώρα, αλλά θεωρούνταν προδοσία της χώρας να ενδιαφέρεσαι να μάθεις για άλλες χώρες, την Αμερική, την Αγγλία, και να μιλήσεις τη γλώσσα τους», λέει. Έμαθε τα αγγλικά που γνωρίζει χάρη στον πατέρα του, που είναι γιατρός και φρόντιζε να του διδάσκει ό,τι μπορούσε από μικρό. Ο Ίσα μπαίνει στη συζήτηση: «επί χρόνια στο σχολείο, στο μάθημα των Αγγλικών, μαθαίναμε το A, B, C, εγώ είμαι, εσύ είσαι, αυτός είναι. Μια φόρα ρώτησα τον δάσκαλό μου γιατί δε μας μαθαίνουν περισσότερα. Μου απάντησε πως δεν του επιτρέπεται».

Ο αποκλεισμός από τη μάθηση, η απαγόρευση να εκφράσεις τις απόψεις σου, οι διακρίσεις σε σχέση με τους ανθρώπους που συνδέονταν με το καθεστώς και η συγκέντρωση όλου του πλούτου στα χέρια των εκλεκτών ήταν οι λόγοι που οδήγησαν τους ανθρώπους να εξεγερθούν. «Βλέπαμε στην τηλεόραση τι συμβαίνει στη Δύση, στην Ευρώπη και την Αμερική, τα μεγάλα κτίρια, τους δρόμους, αλλά και την ελευθερία που έχουν οι άνθρωποι και ονειρευόμασταν και εμείς να τα αποκτήσουμε. Στη Συρία, μας αντιμετώπιζαν σαν ζώα και θέλαμε να νιώσουμε άνθρωποι», λέει ο Καλίντ.

Με περηφάνεια, ο Ρασίντ μου εξηγεί ότι η επανάσταση ξεκίνησε από την πόλη Ντάραα, στο νότο, από την οποία ο ίδιος προέρχεται. Τέσσερα χρόνια μετά τις πρώτες ειρηνικές διαδηλώσεις κατά του καθεστώτος, η  Συρία έχει παραδοθεί στις φλόγες του πολέμου με διάφορες ομάδες ή οργανώσεις μαχητών να πολεμούν, όχι όλες μαζί κατά του προέδρου Άσαντ, αλλά η μία με την άλλη, με τους αμάχους να βρίσκονται στη μέση και να υποφέρουν τα δεινά του πολέμου. Αν δεν ανήκεις σε μία οργάνωση, είσαι ύποπτος για όλες τις υπόλοιπες. «Κάθε 2-3 χιλιόμετρα υπάρχουν σημεία ελέγχου» εξηγεί ο νεαρός Σύρος. «Στην πόλη μου φυλακίστηκα από τον θείο μου, που είναι στρατηγός του Μπασάρ Αλ Άσαντ.  Στην Έντλιμπ ήθελαν να με φυλακίσουν οι φανατικοί ισλαμιστές της Τζαμπάτ Αλ Νούσρα, επειδή είδαν ότι ο θείος μου είναι ένας από τους στρατηγούς του Άσαντ. Στα σύνορα με την Τουρκία με ανέκριναν οι Κούρδοι. Βγαίνοντας από τη χώρα, έφτυσα πίσω μου και είπα ότι δε θέλω να ξαναγυρίσω. Τι να κάνω σε αυτή τη χώρα;». Κάπου εκεί, τα μάτια του βουρκώνουν παρασύροντας τα μάτια και των άλλων δύο.

Ο Ρασίντ έχει χάσει τρία μέλη της οικογένειάς του. Έχει κρατήσει στο κινητό τη φωτογραφία του θείου του σκοτωμένου και μου τη δείχνει. Ο αδερφός του, ο οποίος ήταν δημοσιογράφος, βρίσκεται στη φυλακή για αρθρογραφία κατά του καθεστώτος. «Οι γονείς μου έμειναν πίσω. Δε βγαίνουν σχεδόν ποτέ από το σπίτι, γιατί κάθε βήμα έξω είναι επικίνδυνο», λέει.

Και οι τρεις τους είναι επίσης πολύ θυμωμένοι με τους ακραίους Ισλαμιστές. «Λένε ότι δρουν στο όνομα του Αλλάχ και του Κορανίου, αλλά στην πραγματικότητα είναι ψεύτες και πολύ κακοί άνθρωποι. Ο Προφήτης δεν είπε ποτέ να σκοτώνουμε ο ένας τον άλλο, αλλά να ζούμε με ειρήνη». Ο Ίσα φυλακίστηκε δυο φορές από την ακραία ισλαμιστική οργάνωση ISIS επειδή σπούδαζε στη νομική και οι φανατικοί ισλαμιστές δεν αναγνωρίζουν άλλο νόμο από αυτόν του Κορανίου. Στη συνέχεια, όταν πήγε για δουλειά στο Λίβανο τον συνέλαβε η Χεζμπολάχ –που είναι υπέρ του προέδρου Άσαντ. Από εκεί έφυγε με μερικά δόντια λιγότερα.

Στην πραγματικότητα, οι τρεις φίλοι υποστηρίζουν τον Ελεύθερο Συριακό Στρατό (Free Syrian Army), την οργάνωση που δημιουργήθηκε το 2011 από αξιωματικούς του επίσημου συριακού στρατού, οι οποίοι διαφωνούσαν με τις επιθέσεις κατά των αμάχων που διέταξε ο Άσαντ για να καταστείλει τις διαδηλώσεις.

«Στην αρχή της κρίσης, ο κόσμος έβγαινε στις πλατείες και διαδήλωνε ειρηνικά. Ο Μπασάρ Αλ Άσαντ έστειλε στρατό και σκότωσαν πολύ κόσμο για να καταστείλει τις αντιδράσεις. Από κει και πέρα τα είδαμε όλα: δακρυγόνα, ελικόπτερα, καλάσνικοφ. Είδαμε το θάνατο με τα ίδια μας τα μάτια», λέει ο Ρασίντ.

«Τώρα που βλέπεις όλα αυτά να συμβαίνουν, δε θα προτιμούσες να μην είχε συμβεί τίποτα από όλα αυτά;», ρωτάω. Δε χρειάστηκε να το σκεφτεί καθόλου: «όχι, έπρεπε να γίνει κάτι για να φύγει ο Μπασάρ Αλ Άσαντ και να μπορέσουμε να ξαναχτίσουμε τη χώρα από την αρχή. Αυτήν τη στιγμή, υπάρχουν Σύροι σε όλον τον κόσμο. Όταν ζήσουν για μερικά χρόνια στη Γερμανία, τη Δανία, την Αμερική, σπουδάσουν και δουν πώς είναι η ζωή, θα μπορέσουν να γυρίσουν πίσω με πιο ανοιχτά μυαλά και να φτιάξουν μια καινούρια χώρα. Όπως είναι η Ελλάδα. Μακάρι να είχαμε όλα αυτά που έχετε. Ειρήνη, ησυχία, ασφάλεια, αυτό ονειρευόμαστε».

«Μη μας φοβάστε!»

Όσο βρίσκονται στη Θεσσαλονίκη μένουν σε φτηνά ξενοδοχεία ή, όταν τελειώνουν τα λεφτά τους, και περιμένοντας άλλα από την οικογένειά τους, κοιμούνται έξω, όπου βρουν. «Σήμερα δεν έχουμε λεφτά, δεν ξέρουμε πού θα μείνουμε. Στις εφτά θα πάμε στην εκκλησία για φαγητό. Τι άλλο να κάνουμε;», λέει ο Ρασίντ.

Ο Καλίντ κάνει πολλές προσπάθειες να μου μιλήσει αναζητώντας την κατάλληλη μετάφραση στο κινητό του. Τελικά με τη βοήθεια του φίλου του μου λέει πως του αρέσει πολύ η Ελλάδα, γιατί έχει πολύ όμορφες πόλεις και ανθρώπους με καθαρή καρδιά. «Κάποιοι μας κοιτάζουν με καχυποψία, φοβούνται μήπως είμαστε κλέφτες ή αλήτες. Θα ήθελα να πω στους ανθρώπους της Θεσσαλονίκης πως είμαι καλός άνθρωπος και αν κοιμάμαι στους δρόμους είναι επειδή δεν έχω πού αλλού να πάω. Επίσης, να μας βοηθήσει η κυβέρνηση να φύγουμε, γιατί υποφέρουμε εδώ».

Στη διάρκεια του 2014, η ελληνική αστυνομία και οι λιμενικές αρχές κατέγραψαν 32.520 Σύρους από τους 77.163 συνολικά μετανάστες που συνελήφθησαν για παράνομη είσοδο. Σύμφωνα με το γραφείο της Ύπατης Αρμοστείας του Ο.Η.Ε. για τους πρόσφυγες στην Αθήνα, από την αρχή του έτους έως τώρα οι συλλήψεις ξεπερνούν τις 10.000 (συλλαμβάνονται, καταγράφονται και αφήνονται ελεύθεροι), ενώ, τώρα που ανοίγει ο καιρός, αναμένεται αύξηση των μεταναστευτικών ροών.

Ακόμη περισσότερους πρόσφυγες δέχεται η Ιταλία, ενώ συνολικά, σύμφωνα με τα στοιχεία της Ύπατης Αρμοστείας του Ο.Η.Ε., για το περασμένο έτος, περίπου 75.000 Σύροι διακινδύνευσαν τη ζωή τους στη Μεσόγειο για να αποκτήσουν πρόσβαση σε ευρωπαϊκά εδάφη.

«Τώρα που άνοιξε ο καιρός οι περισσότεροι άρχισαν να φεύγουν. Κάθονται εδώ 1-2 εβδομάδες για να ξεκουραστούν και προσπαθούν να φύγουν προς τις ευρωπαϊκές χώρες» λέει η Νένα Λιόντα, συντονίστρια του Κέντρου Ημερήσιας Υποδοχής Αστέγων του Δήμου Θεσσαλονίκης, το οποίο διαχειρίζεται η Μη Κυβερνητική Οργάνωση PRAXIS. Όταν φτάνουν στην πόλη, αναζητούν βοήθεια σε δομές όπως αυτή για να καλύψουν τις πρώτες βασικές ανάγκες τους. «Γίνεται αρχικά μία συνέντευξη για την καταγραφή των αναγκών και προσπαθούμε να τις καλύψουμε με τον καλύτερο τρόπο. Παρέχονται νομικές συμβουλές, ρουχισμός, πρωτοβάθμια ιατρική περίθαλψη, κολατσιό, καθώς και η δυνατότητα να πλύνουν τα ρούχα τους.

Επίσης, οι πρόσφυγες μπορούν να καταφύγουν για φαγητό σε άλλες δομές της πόλης, όπως είναι το Στέκι Μεταναστών, το Χριστιανικό Στέκι, ο Στρατός Σωτηρίας και βέβαια τα συσσίτια των εκκλησιών. «Φαγητό υπάρχει», λέει η κ. Λιόντα, «αυτό που αδυνατούμε να καλύψουμε είναι η στέγαση, αφού η δυναμικότητα του Υπνωτηρίου Αστέγων (σ.σ. διαχειρίζεται από την Μ.Κ.Ο. ARSIS) δεν επαρκεί και άρα αναγκαστικά φιλοξενεί κόσμο εκ περιτροπής».

Προσφυγικός… τουρισμός

Πάντως, η αλήθεια είναι ότι η είσοδος των Σύρων στη χώρα έφερε σημαντικά έσοδα στα ξενοδοχεία που έχουν δεχτεί να τους φιλοξενήσουν τόσο στην Αθήνα και τη Θεσσαλονίκη όσο και σε ακριτικές περιοχές, όπως το Πολύκαστρο Κιλκίς. Σε αντίθεση με τους πρόσφυγες ή οικονομικούς μετανάστες από άλλες χώρες, διαθέτουν χρήματα, είτε χάρη στη στήριξη των οικογενειών τους που βρίσκονται στη Συρία ή σε άλλες χώρες είτε επειδή πριν ξεκινήσουν πούλησαν τις περιουσίες τους.

Κατά την παραμονή τους στη Θεσσαλονίκη καταλύουν σε οικονομικά ξενοδοχεία στην περιοχή της οδού Μοναστηρίου και της Εγνατίας. «Στη Θεσσαλονίκη βλέπουμε κυρίως άντρες, οι οποίοι έχουν μεγαλύτερη ευχέρεια μετακίνησης, ενώ οι οικογένειες παραμένουν σε ξενοδοχεία του Πολυκάστρου. Και η αγορά της πόλης επίσης έχει ανέβει, αφού υπάρχουν διάφορες ανάγκες για τις οποίες οι πρόσφυγες καταφεύγουν στα τοπικά καταστήματα», εξηγεί η κοινωνική λειτουργός και συντονίστρια της κοινωνικής υπηρεσίας της οργάνωσης PRAXIS, Φωτεινή Κελεκτσόγλου.

«Είναι εμφανής η διαφορά στη μόρφωση, την κουλτούρα και την οικονομική επιφάνεια των Σύρων σε σχέση με άλλες εθνικότητες. Σε συνδυασμό με το γεγονός ότι προέρχονται από πόλεμο, συνήθως οι ντόπιοι τους αντιμετωπίζουν με κάποια κατανόηση και δεν υπάρχουν μεγάλες αντιδράσεις» αναφέρει η κ. Κελεκτσόγλου. «Στην ακριτική Ειδομένη, που είναι μικρό χωριό, οι άνθρωποι είναι λίγο πιο επιφυλακτικοί, καθώς εκ των πραγμάτων δημιουργήθηκαν κάποια θέματα καθαριότητας», καταλήγει.

_______

ΠΛΑΙΣΙΟ

Η κρίση στη Συρία: πώς η χώρα έφτασε ως εδώ

Η κρίση ξεκίνησε το Μάρτιο του 2011 στην πόλη Ντάραα, στο νότο της χώρας, όταν πραγματοποιήθηκαν διαδηλώσεις με αίτημα δημοκρατικές μεταρρυθμίσεις, ως φυσική εξέλιξη των εξεγέρσεων των αραβικών χωρών της βόρειας Αφρικής, οι οποίες έγιναν γνωστές ως «Αραβική Άνοιξη». Για την ιστορία, αφορμή υπήρξε η σύλληψη και ο βασανισμός εφήβων που έγραψαν επαναστατικά συνθήματα στους τοίχους του σχολείου.

Η βίαιη καταστολή, οι δολοφονίες και οι συλλήψεις διαδηλωτών είχαν το αντίθετο από το επιθυμητό αποτέλεσμα για τον πρόεδρο Άσαντ, καθώς πυροδότησαν διαμαρτυρίες σε όλη τη χώρα με αίτημα την παραίτηση του Άσαντ. Μέχρι τον Ιούλιο του 2011 εκατοντάδες χιλιάδες άνθρωποι κατέβαιναν στους δρόμους καθημερινά. Οι υποστηρικτές της αντιπολίτευσης άρχισαν να οπλίζονται, αρχικά για να προστατεύσουν τους εαυτούς τους και κατόπιν για να εκδιώξουν τις δυνάμεις ασφαλείας από τις περιοχές τους.

Η βία κλιμακώθηκε και η χώρα εισήλθε σε εμφύλιο πόλεμο, καθώς σχηματίστηκαν επαναστατικές ομάδες ανταρτών που διεκδικούσαν τον έλεγχο των πόλεων και των χωριών. Έως τον Ιούνιο του 2013 καταγράφηκαν 90.000 θάνατοι, αριθμός που διπλασιάστηκε έως τον Αύγουστο του 2014.

Στο μεταξύ, η σύγκρουση έχει λάβει θρησκευτικές διαστάσεις, καθώς αντιμάχονται οι Σιίτες, υποστηρικτές του προέδρου Άσαντ, και η συγγενής σέκτα των Αλαουιτών, με τους Σουνίτες που αποτελούν την πλειοψηφία στη χώρα και επί χρόνια δέχονταν διακρίσεις και καταπίεση από το καθεστώς. Και οι δύο πλευρές προχωρούν σε εγκλήματα πολέμου στο πλαίσιο της πολεμικής στρατηγικής τους. Βεβαίως, η χώρα αποτελείται και από πολλές ακόμη εθνικές ή θρησκευτικές μειονότητες, όπως οι Κούρδοι, οι Αρμένιοι, οι Δρούζοι, οι Ασσύριοι και οι Χριστιανοί.

Η κρίση εξάγεται στις γειτονικές χώρες, και κυρίως στο Ιράκ, στη Συρία εισέρχονται χιλιάδες μαχητές από περισσότερες από 50 άλλες χώρες, ενώ αρχίζουν να ανέρχονται οι ομάδες Τζιχαντιστών. Η οργάνωση Ισλαμικό Κράτος, παρακλάδι της Αλ Κάιντα, εκμεταλλεύτηκε το χάος και κατόρθωσε να αποκτήσει τον έλεγχο σε μεγάλες περιοχές στη Συρία και στο Ιράκ, προσφέροντας συχνά εικόνες αποτροπιασμού, με αποκεφαλισμούς, μαζικές εκτελέσεις αστυνομικών και θρησκευτικών μειονοτήτων, καθώς και καταστροφές πολιτιστικών μνημείων. Διεξάγουν έναν «πόλεμο μέσα στον πόλεμο» εναντίον των δυνάμεων του Άσαντ, αλλά και των Κούρδων και των Σιιτών ανταρτών που δεν συμφωνούν μαζί τους.

Φυσικά, σημαντικό ρόλο στην εξέλιξη του πολέμου έπαιξαν και οι ξένες μεγάλες δυνάμεις, όπως η Ρωσία, η Κίνα και το σιιτικό Ιράν που πήραν το μέρος του προέδρου Άσαντ. Οι ΗΠΑ, η Γαλλία και το Ηνωμένο Βασίλειο εξόπλισαν αρχικά και εκπαίδευσαν τους μαχητές, ενώ ρόλο επεδίωξαν να έχουν και οι περιφερειακές δυνάμεις, όπως η Τουρκία, ο Λίβανος, η Ιορδανία, το Κατάρ και Σαουδική Αραβία.

Μέχρι το Νοέμβριο του 2014, περισσότεροι από 200.000 Σύροι έχασαν τη ζωή τους στις κλιμακούμενες συγκρούσεις ανάμεσα στις δυνάμεις του προέδρου Μπασάρ Αλ Άσαντ και των διαφόρων αντιμαχόμενων ομάδων.

Εννιάμισι εκατομμύρια  άνθρωποι, ο μισός πληθυσμός της χώρας, αναγκάστηκαν να εγκαταλείψουν τα σπίτια τους, ενώ πάνω από τρία εκατομμύρια πέρασαν τα σύνορα, δημιουργώντας ένα από τα μεγαλύτερα μεταναστευτικά κύματα στη σύγχρονη ιστορία. Σύμφωνα με τον Ύπατο Αρμοστή του Ο.Η.Ε. για τους πρόσφυγες, «πρόκειται για τη χειρότερη ανθρωπιστική κρίση στην εποχή μας».